
Λύση ανάγκης που προκαλεί πολλά ερωτήματα χαρακτηρίζουν πολλοί στη Λέσβο την απόφαση για ταφή των θανατωμένων ζώων, στο πλαίσιο της διαχείρισης του αφθώδους πυρετού, στον ευρύτερο χώρο του ΧΥΤΑ Λέσβου. Μιλούν στο in ο διευθυντής στο Εργαστήριο Ποιότητας Υδάτων και Αέρα του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ο πρόεδρος του ΧΥΤΑ Λέσβου και ο πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ Βορείου Αιγαίου
Η απόφαση για την ταφή των ζώων που θανατώνονται λόγω του αφθώδους πυρετού, στον ΧΥΤΑ Λέσβου, ήρθε μετά την εκκωφαντική αφωνία εκ μέρους των δύο Δήμων του νησιού να ορίσουν έναν χώρο υγειονομικής ταφής των ζώων εδώ και πάνω από δύο μήνες που έχει κάνει την εμφάνιση του ο αφθώδης πυρετός στο νησί.
Η παράλληλη απουσία καθοδήγησης, βοήθειας αλλά και ελέγχου από την πλευρά του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων προς την τοπική αυτοδιοίκηση του νησιού, με το ΥΠΑΑΤ να περιορίζεται στο να στέλνει αποφάσεις και αυστηρά πρωτοκόλλα, έκανε το πρόβλημα εκρηκτικό.
Αντιλαμβανόμενο την αδυναμία δήμων και περιφερειών να ορίσουν χώρους, παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό των νεκρών ζώων, οδήγησε το ΥΠΑΑΤ να συμπεριλάβει τους ΧΥΤΑ ως νόμιμους χώρους ταφής νεκρών ζώων λόγω ζωονόσων, σε περίπτωση αδυναμίας εξεύρεσης άλλων χώρων.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 5087/2024, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 5251/2025, οι δήμοι οφείλουν να ορίζουν και να λειτουργούν χώρους υγειονομικής ταφής νεκρών ζώων.
Σε περίπτωση αδυναμίας, η ταφή πραγματοποιείται στον πλησιέστερο εν λειτουργία ΧΥΤΑ ή ΧΥΤΥ, κατόπιν σχετικής απόφασης και εισήγησης της αρμόδιας κτηνιατρικής υπηρεσίας.
Με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, οι μελέτες γύρω από τις αντοχές ενός ΧΥΤΑ ή οι περιβαλλοντικές μελέτες παρακάμπτονται.
Στην περίπτωση της Λέσβου, κομβικό ρόλο παίζει το γεγονός πως ο ΧΥΤΑ του νησιού βρίσκεται στα όρια μιας ευαίσθητης περιβαλλοντικά περιοχής σε άμεση γειτνίαση με προστατευόμενες περιοχές Natura 2000 και με υδρογραφικό δίκτυο/ρέματα της περιοχής Βάστριας- Κλεφτόβιγλας.
Σε απόσταση αναπνοής από τον ΧΥΤΑ βρίσκεται η νέα κλειστή ελεγχόμενη δομή μεταναστών στη Βάστρια, η δημιουργία της οποίας μέσα στο πευκοδάσος σήκωσε κύμα αντιδράσεων και προσφυγών στο ΣΤΕ λόγω της περιβαλλοντικά ευαίσθητης τοποθεσίας της.
Για τους ίδιους λόγους, αντιδράσεις είχαν προκληθεί και όταν ο ΧΥΤΑ βρισκόταν στη διαδικασία της χωροθέτησης του αρκετά χρόνια πίσω.
Στον ευρύτερο χώρο του ΧΥΤΑ θάβονται πλέον επισήμως τα ζώα που θανατώνονται για τον αφθώδη πυρετό στο νησί, όταν δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Και όπως έχει φανεί μέχρι στιγμής, είναι πολλές οι φορές που δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Ο Μπάμπης Κουτσαμπάσης, δασολόγος-περιβαλλοντολόγος ο οποίος έχει καταθέσει μήνυση για τον τρόπο που θάβονται τα θανατωθέντα ζώα στη Λέσβο, σημειώνει πως οι πρώτες σφαγές της Πελόπης έγιναν στην λεκάνη απορροής ενός παραπόταμου του Τσικνιά ο οποίος διέρχεται από την περιοχή της Νάπης- Αγίας Παρασκευής και εκβάλει στον Κόλπο της Καλλονής
Πανελλαδικό το πρόβλημα έλλειψης χώρων, λιγοστοί οι κλίβανοι για την καύση
Ο ΧΥΤΑ Λέσβου μπήκε για πρώτη φορά στη συζήτηση της διαχείρισης του αφθώδους πυρετού όσον αφορά τα θανατωμένα ζώα, στα πρώτα στάδια της διαχείρισης της κρίσης, όταν και προτάθηκε να απορρίπτεται στον ΧΥΤΑ το γάλα που δεν αξιοποιείται από τα αιγοπρόβατα –το διάστημα που είχε απαγορευτεί η μετακίνηση των τυριών εκτός νησιού-.
Ο πρόεδρος της ΔΕΔΑΠΑΛ- Διαδημοτική Επιχείρηση Διαχείρισης Απορριμμάτων και Περιβαλλοντικής Ανάπτυξης Λέσβου, Γιώργος Αλεξίου καθώς και ο δήμαρχος Μυτιλήνης, Παναγιώτης Χριστόφας, είχαν προβάλλει τότε αντίσταση στη συγκεκριμένη απόφαση, αντίρρηση με την οποία συμφώνησε και το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Επειτα από διαβουλεύσεις ανάμεσα στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και άλλους τοπικούς φορείς, αποφασίστηκε ως εναλλακτική λύση η αποτέφρωση των θανατωμένων ζώων σε ειδικό κλίβανο μεγάλου σφαγείου του νησιού.
Αυτό λίγο άλλαξε το γεγονός πως οι σφαγές των ζώων πραγματοποιούνταν από την πρώτη μέρα της κρίσης στο νησί, με τρόπο προβληματικό όσον αφορά την τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας.
Η χαμηλή χωρητικότητα του κλιβάνου -800 ζώα την ημέρα στην καλύτερη των περιπτώσεων- σε σχέση με τον αριθμό των ζώων που οδηγούνται προς θανάτωση, επιδείνωσε την κατάσταση.
Η επιλογή του ΧΥΤΑ Λέσβου για την ταφή των θανατωθέντων ζώων ήρθε ως τελευταία λύση στην έλλειψη απόφασης επί δύο μήνες
Είχε προηγηθεί αρνητική γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Δασών Λέσβου για τη θέση «Αχλαδόκαμπος», η οποία είχε εξεταστεί ως πιθανός χώρος υγειονομικής ταφής, χωρίς τελικά να εγκριθεί.
Σημειώνεται πως η Ε.Ε θεωρεί γενικά προτιμότερη την αποτέφρωση όταν είναι διαθέσιμη, επειδή μειώνει τους περιβαλλοντικούς κινδύνους, αποφεύγει τη μόλυνση του εδάφους και του υδροφόρου και παρέχει μεγαλύτερο έλεγχο βιοασφάλειας.
Κρίσιμο στοιχείο θεωρείται την ίδια στιγμή η θανάτωση και η ταφή των ζώων εντός 72 ωρών από την επιβεβαίωση του κρούσματος, κάτι που πολλές φορές δεν έχει τηρηθεί στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της ευλογιάς και του αφθώδους πυρετού, ζωονόσοι που αντιμετωπίζουμε τα τελευταία δύο χρόνια.
Η περίπτωση του τρόπου με τον οποίο θάφτηκαν τα ζώα του κτηνοτρόφου Αποστόλη Γροσομανίδη και οι μηνύσεις κατοίκων για τις ανεξέλεγκτες ταφές, θέμα που ανέδειξε πριν από λίγες μέρες το in, δείχνουν πως επί της ουσίας, πολύ πριν την υπόθεση του Σακαλοχωρίου, τα ζώα σε πλείστες περιπτώσεις δεν θάφτηκαν με τον κατάλληλο τρόπο και απειλούν σύμφωνα με κατοίκους αλλά και ειδικούς, τον υδροφόρο ορίζοντα του νησιού.
Οπως περιέγραφε o Αποστόλης Γροσομανίδης κτηνοτρόφος από τον Μανταμάδο, σε απόσταση 100 και 150 μέτρων από το σημείο όπου θάφτηκαν τα ζώα του λειτουργούν δύο γεωτρήσεις, ενώ άλλα 500 μέτρα πιο μακριά υπάρχουν τουλάχιστον άλλες πέντε γεωτρήσεις.
Σημειώνεται πως το έντονα πετρώδες έδαφος της Λέσβου, έδαφος με λιγοστό χώμα, όπως έχει εξηγήσει στο in ο έμπειρος κτηνίατρος και πρώην πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ Βορείου Αιγαίου, Γιάννης Τσακίρης, έκαναν πολύ δύσκολη την κατάσταση εξαρχής.
Το αποτέλεσμα είναι οι ταφές των ζώων στη Λέσβο να είναι σε πολλές περιπτώσεις επιφανειακές και όχι στο βάθος που ορίζει το πρωτόκολλο, με ο,τι αυτό συνεπάγεται για την πιθανή ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα της Λέσβου (ρέματα, γεωτρήσεις κ.τ.λ).
Η Λέσβος δεν είναι η εξαίρεση στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι υγειονομικές ταφές των ζώων στο πλαίσιο της διαχείρισης ζωονόσων στην Ελλάδα.
Τον τελευταίο έναν χρόνο, κτηνοτρόφοι έχουν περιγράψει στο in πως περίμεναν μέρες, ακόμα και εβδομάδες για να ταφούν τα ζώα τους, ελλείψει όχι μόνο των κτηνιάτρων που κάνουν τους ελέγχους για τις ζωονόσους στο πεδίο, αλλά κατά βάση λόγω έλλειψης χώρων.
Στη Θεσσαλία, 2.000 κτηνοτρόφοι έθαψαν μόνοι τους τα ζώα, μέσα στους χώρους των εκτροφών τους ενώ τον περασμένο Φεβρουάριο κτηνοτρόφος στις Σέρρες με μεγάλη μονάδα, περιέγραφε στο in πως έθαψε μόνος του μέσα στο κτήμα του τα ζώα που πέθαιναν από την ευλογιά καθώς ανέμενε επί πολλές μέρες τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του Ερευνητικού Ινστιτούτου ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ όπου λόγω της ευλογιάς θανατώθηκαν 720 πρόβατα σπάνιων ελληνικών φυλών-. Η ταφή είχε καθυστερήσει 20 μέρες, μιας και αναζητούνταν κατάλληλος χώρος ταφής.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, ερωτηθείς από το in ο αντιπεριφερειάρχης αγροτικής οικονομίας στην Κεντρική Μακεδονία, Γιώργος Κεφαλάς, σχετικά με τις καθυστερήσεις που σημειώνονται στην ταφή ή καύση των θανατωμένων αιγοπροβάτων και βοοειδών, μας είχε πει «Επρεπε να βρεθεί ο κατάλληλος χώρος για την ταφή. Τελικά θάφτηκαν σε ΧΥΤΑ».
Η έλλειψη χώρων για τις ταφές των θανατωθέντων ζώων σε συνάρτηση με τους λιγοστούς κλιβάνους για καύση είναι ένα πρόβλημα πανελλαδικό
Ο κ. Κεφαλάς έκανε λόγο για σειρά τεχνικών και γραφειοκρατικών προβλημάτων που οδηγούν στην καθυστέρηση τακτοποίησης των θανατωμένων προβάτων: αδυναμία να βρεθούν συχνά οι κατάλληλοι χώροι ταφής (σε περίπτωση που η ταφή δεν είναι εφικτό να γίνει στο οικόπεδο όπου διατηρεί τη μονάδα του ο κτηνοτρόφος), κάτι που τον φετινό χειμώνα έγινε ακόμα πιο δύσκολο εξαιτίας των πολλών προβλημάτων που έχουν προκαλέσει στα εδάφη οι διαδοχικές κακοκαιρίες, αδυναμία των αποτρεφωτηρίων ζώων να ανταποκριθούν σε αυτόν τον τόσο μεγάλο όγκο ζώων αλλά και νομικά και πρακτικά εμπόδια όπως η έγκριση των δαπανών από την πολιτεία για αυτές τις εργασίες.
2.000 ζώα ήδη μέσα στον ΧΥΤΑ Λέσβου
Πίσω, στην πρόσφατη απόφαση για ταφή των ζώων στον ΧΥΤΑ Λέσβου σε περιπτώσεις όπου η ταφή εντός των ίδιων των κτηνοτροφικών μονάδων δεν είναι εφικτή ή θεωρείται επισφαλής, αυτή ήρθε στις 14 Μαΐου με εντολή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από τις σοκαριστικές εικόνες των ανεξέλεγκτων ταφών στο Σκαλοχώρι.

Μετά τη διάσταση που πήρε το θέμα με τις ανεξέλεγκτες ταφές στο Σκαλοχώρι, αποφασίστηκε με καθυστέρηση άνω των 2 μηνών όπου τρέχει ο αφθώδης πυρετός στη Λέσβο, να οριστεί ως χώρος ταφής των θανατωθέντων ζώων ο ΧΥΤΑ Λέσβου, μια «καυτή πατάτα» που κανείς δεν ήθελε να πιάσει μέχρι πριν από λίγες μέρες
O Γιώργος Αλεξίου, πρόεδρος της ΔΕΔΑΠΑΛ λέει στο in πως από τη στιγμή που οριστικοποιήθηκε η απόφαση, 2.000 πρόβατα έχουν ήδη θαφτεί στον ΧΥΤΑ Λέσβου (μέχρι την Πέμπτη 21/5/2026).
Σχολιάζοντας την απόφαση της επιλογής του ΧΥΤΑ στη θέση «Κλεφτόβιγλα», ο κ. Αλεξίου κάνει λόγο για μια «λύση ανάγκης».
Σημειώνεται πως το κύτταρο του ΧΥΤΑ βρίσκεται ήδη σε οριακή κατάσταση. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξίου, ο χρόνος ζωής που του απομένει δεν ξεπερνάει τον ενάμιση χρόνο, με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να είναι ενήμερο για το θέμα και να έχει αποδεχτεί το αίτημα χρηματοδότησης για την επέκταση του κυττάρου.
Ο κ. Αλεξίου επισημαίνει πως το κύτταρο του ΧΥΤΑ δεν θα επηρεαστεί από τη λειτουργία του χώρου της ταφής των θανατωμένων ζώων.
Σημειώνει επίσης πως μετά από την απόφαση για την ταφή των ζώων στον ΧΥΤΑ, εκπονήθηκε μια τεχνική-τοπογραφική μελέτη για την επιλογή του χώρου ταφής των ζώων. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε μέσα σε λίγες μόλις μέρες.
Ο πρόεδρος της ΔΕΔΑΠΑΛ τονίζει πως και στο σημείο που έχει επιλεγεί να γίνει η ταφή των νεκρών ζώων μέσα στον ΧΥΤΑ, το έδαφος είναι βραχώδες και θα χρειαστεί και σε αυτή την περίπτωση προσπάθεια για να ανοιχτούν λάκκοι με μεγάλο βάθος.
Συμπληρώνει επίσης πως το προσωπικό του ΧΥΤΑ δεν είναι επιφορτισμένο με την παρακολούθηση των ταφών, ενώ όπως μας επιβεβαίωσαν και από το ΥΠΑΑΤ, η κτηνιατρική υπηρεσία είναι αυτή που εποπτεύει την ορθή υγειονομική ταφή.
Απόφαση που ελήφθη υπό πίεση
«Δεν είναι καθόλου εύκολα αυτά τα εγχειρήματα. Οι αποφάσεις λαμβάνονται υπό πίεση» μας είπε με τη σειρά του ο πρόεδρος του Γεωτεχνικού Επιμελητήριου Ελλάδας για το παράρτημα Βορείου Αιγαίου, Παναγιώτης Κατσαβέλλης.
Ο κ. Κατσαβέλλης κάνει λόγο για μια διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί πολύ προσεχτικά, ήδη από το κομμάτι της μεταφοράς των ζώων από τις εκτροφές προς τον ΧΥΤΑ, με φορτηγά ψυγεία.
«Το πρωτόκολλο για την μεταφορά αλλά και για την ταφή των ζώων είναι αυστηρό. Τα ζώα πρέπει να θαφτούν σε 6 μέτρα βάθος, το λιγότερο σε 4. Εκτός από τον ασβέστη, πάνω από τα θαμμένα ζώα πρέπει να πέσει τουλάχιστον 2 μέτρα χώμα» εξηγεί ο κ. Κατσαβέλλης.
Κατά τον ίδιο και με δεδομένο πως οι ζωονόσοι, όπως όλα δείχνουν, τα τελευταία δύο χρόνια έχουν κάνει εμφαντική την παρουσία τους στη χώρα μας, θα ήταν προς το βέλτιστο οι ΧΥΤΑ να μπορούν να λειτουργούν χώρους καύσης ζώων- η λύση με τις λιγότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, ο σκεπτικισμός του κ. Κατσαβέλλη για το αν θα ακολουθηθούν τα προβλεπόμενα έχει να κάνει με την έλλειψη εμπιστοσύνης της τοπικής κοινωνίας απέναντι τόσο στην τοπική αυτοδιοίκηση, όσο και στην κυβέρνηση, στο θέμα της διαχείρισης του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο.
«Ο αφθώδης πυρετός τους αιφνιδίασε όλους. Περίμεναν την ευλογιά και ήρθε ο αφθώδης» σημειώνει ο κ. Κατσαβέλλης και συνεχίζει: «Η τελευταία φορά που αντιμετωπίσαμε τον αφθώδη πυρετό στη χώρα μας ήταν πριν από 25 χρόνια. Κανένα στάδιο της κρατικής μηχανής δεν ήταν αυτή τη φορά προετοιμασμένο για αυτό το σενάριο».
Ο ίδιος κάνει λόγο για έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Ολες οι διαδικασίες που αφορούν τη διαχείριση του εξαιρετικά μεταδοτικού αφθώδους πυρετού κινούνται στη Λέσβο με μεγάλη καθυστέρηση
«Εχουμε στο νησί μια ωρολογιακή βόμβα και οι διαδικασίες της ιχνηλάτησης του ιού βάσει των οποίων θα μπορούσαμε να πάρουμε καίριες αποφάσεις είναι εξαιρετικά αργές. Κτηνίατροι του ΕΛΓΑ και του ΕΦΕΤ θα έπρεπε ήδη να είναι εδώ και να βοηθούν στο πεδίο τους υπόλοιπους κτηνιάτρους» σχολιάζει ο κ. Κατσαβέλλης.
Ανήσυχοι οι επιστήμονες με την επιλογή του ΧΥΤΑ
Ο Αθανάσιος Στασινάκης, καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Διευθυντής στο Εργαστήριο Ποιότητας Υδάτων και Αέρα, δηλώνει επίσης σκεπτικός και προβληματισμένος με την επιλογή της ταφής ζώων στον ευρύτερο χώρο του ΧΥΤΑ Λέσβου, στο πλαίσιο των μέτρων ασφαλείας για τη διαχείριση του αφθώδους πυρετού.
«Θα πρέπει να εφαρμόζεται κατά γράμμα ό, τι λέει η νομοθεσία για αυτές τις ταφές και απαιτείται πολύ καλός συντονισμός όλων των υπηρεσιών» σημειώνει καταρχάς ο ίδιος μιλώντας στο in. «Θα συμβεί όμως αυτό;» αναρωτιέται.

Στην Κλαδερή, εκεί όπου θάφτηκαν τα ζώα του Αποστολή Γροσομανίδη, η ταφή ήταν τόσο επιφανειακή που μέλη των προβάτων εξείχαν από το έδαφος
Κατά τον κ. Στασινάκη, η διαχείριση αυτού του θέματος είναι από μόνη της ένα δύσκολο και περίπλοκο ζήτημα, πόσο μάλλον, όταν διεκπεραιώνεται μόνο από μία υπηρεσία (την κτηνιατρική), χωρίς να επιβλέπουν και άλλες υπηρεσίες την όλη διαδικασία. Κάποιες από αυτές θα μπορούσαν να είναι για παράδειγμα η περιβαλλοντική υπηρεσία της αποκεντρωμένης διοίκησης και το αντίστοιχο αρμόδια τμήμα της Περιφέρειας αλλά και η διεύθυνση υδάτων και η διεύθυνση περιβάλλοντος του ΥΠΕΝΝ.
Ο χωρικός αντιπεριφερειάρχης Βορείου Αιγαίου, Κωνσταντίνος Αρώνης, είπε στο in πως κλιμάκια του τμήματος περιβάλλοντος της Περιφέρειας, θα πραγματοποιούν ανά περιόδους ελέγχους για περιβαλλοντικά ζητήματα στη θέση ταφής των ζώων.
«Η ταφή των οργανικών αποβλήτων πρέπει να γίνεται με τήρηση των αυστηρών προδιαγραφών που ορίζει η Ε.Ε. Το επιχείρημα της κατεπείγουσας ανάγκης λόγω των ζωονόσων δεν είναι δυστυχώς από μόνο του ικανό για να προχωράμε σε αποφάσεις που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον μιας περιοχής» εξηγεί ο κ. Στασινάκης.

Ρέματα και γεωτρήσεις βρίσκονται γύρω από σημεία όπου πραγματοποιούνται οι συχνά επιφανειακές ταφές των θανατωθέντων ζώων στη Λέσβο
Ο καθηγητής σχολιάζει επιπρόσθετα πως η κτηνιατρική υπηρεσία δεν αρκεί για αυτήν την απαιτητική διαδικασία, ούτε έχει και την απαραίτητη εμπειρία σε αυτά τα θέματα. Ο ίδιος επισημαίνει πως οι επιστήμονες θεωρούν απαραίτητη την εκπόνηση ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής μελέτης πριν παρθεί η απόφαση να ταφεί ένας τεράστιος όγκος ζώων στον ΧΥΤΑ Λέσβου.
«Αν για παράδειγμα σε έναν χρόνο, σε δύο χρόνια, βρεθούν μικρόβια και στοιχεία ρύπανσης στις γεωτρήσεις της περιοχής του ΧΥΤΑ ή σε γειτονικά υδατορεύματα, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη;» αναρωτιέται ο κ. Στασινάκης.
Υδρογεωλόγοι και γεωλόγοι θα έπρεπε επίσης να έχουν καταθέσει την άποψη τους πριν την εφαρμογή αυτής της «λύσης ανάγκης» όπως την αποκαλούν όλοι στο νησί, προσθέτει ο καθηγητής.
Η διαδικασία του κατεπείγοντος αφαιρεί την ευθύνη του κράτους απέναντι σε μια πιθανή περιβαλλοντική ρύπανση από τις ταφές των ζώων
Κατά τον ίδιο, όλα έγιναν με μια διαδικασία fast track η οποία αφήνει αναπάντητα ερωτήματα. «Θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας η μελέτη που έγινε για την επιλογή των θέσεων της ταφής των ζώων στον ευρύτερο χώρο του ΧΥΤΑ; Ποιος ξέρει τι λέει αυτή η μελέτη;» θέτει το ρητορικό ερώτημα ο κ. Στασινάκης.

Οι ταφές των ζώων γίνονται σε σημείο που γειτνιάζει με περιοχή Natura










